Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δημιουργική γραφή. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δημιουργική γραφή. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα, 20 Νοεμβρίου 2017

Γράφω το δικό μου παραμύθι...Ο Μάικ ο Αναγνωστάκης, η πεντάμορφη βασίλισσα, ο δειλός βασιλιάς κι άλλα πολλά παραμύθια

Στο πλαίσιο προώθησης της φιλαναγνωσίας, οι μαθητές κι οι μαθήτριες του Α2, στις 9 Νοεμβρίου 2017, συμμετείχαν σε ειδικό εκπαιδευτικό πρόγραμμα του Ιδρύματος Λασκαρίδη με θέμα:"Γράφω τη δική μου ιστορία" με εισηγήτρια τη Χριστίνα Ανδρέου, θεατρολόγο και συγγραφέα. Στόχος του προγράμματος είναι η εξοικείωση των παιδιών με τη δημιουργική γραφή και τους κανόνες της. Μέσα από τη συζήτηση, αλλά και τις ηλικιακά προσαρμοσμένες ασκήσεις πάνω στην τέχνη του γραψίματος, τα παιδιά έρχονται σε επαφή με τη σύνθετη διαδικασία της συγγραφής. Η προσπάθεια των παιδιών ήταν εξαιρετική. Ευχαριστούμε θερμά την κ. Ανδρέου. Μερικά από τα παραμύθια μας....
(περιμένω και τα υπόλοιπα ;-) )


Μάικ ο Αναγνωστάκης
Μια φορά κι έναν καιρό  γύρω από ένα τεράστιο και επιβλητικό κάστρο ζούσε σε μια συνοικία μια ομάδα χελωνών που διέφεραν από τις υπόλοιπες. Καθημερινά προπονούνταν ατελείωτες ώρες για να μπορούν να κινούνται και να τρέχουν πιο γρήγορα κι από τον άνεμο . Τσακώνονταν για το ποια είναι η πιο γρήγορη . Όμως ο Μάικ ήταν εκείνος που έκανε τη διαφορά. Ήταν ο πιο ταχύς από όλους, μια ταλαντούχα χελώνα. Ωστόσο δεν είχε το ίδιο πάθος με τις άλλες χελώνες . Δεν του άρεσαν καθόλου οι αγώνες ούτε το τρέξιμο. Οι υπόλοιπες χελώνες έλεγαν «Αχ βρε Μάικ, αχ βρε Μάικ » και τον κορόιδευαν . Όμως εκείνος δεν απελπιζόταν. Έψαχνε να βρει τι είναι αυτό που θα το έκανε πραγματικά ευτυχισμένο.
Μια μέρα είχε τη φαεινή ιδέα να μπει στο κάστρο. Καμιά άλλη χελώνα δε τολμούσε να κάνει κάτι παρόμοιο. Έκανε μια βόλτα σκεπτικός και ξαφνικά είδε μπροστά του ένα βιβλίο. Γεμάτος περιέργεια το άνοιξε και ήξερε να διαβάζει. Κατάλαβε ότι ήταν ένα βιβλίο με αρχαίους γρίφους . Έτρεξε γρήγορα να φτάσει στη συνοικία των χελωνών. Άρχιζε να φωνάζει «Ξέρω να διαβάζω, ξέρω να διαβάζω». Όλοι τον αγνόησαν και τον περιφρόνησαν λέγοντας «Σιγά  που ξέρεις και να διαβάζεις» . Ο Μάικ πλήρως απογοητευμένος πήγε και κοιμήθηκε. Την επόμενη μέρα έκανε ακριβώς το ίδιο και πάλι κανείς δεν του έδωσε σημασία. Την τρίτη μέρα έφερε και το βιβλίο μαζί του. «Παιδιά, παιδιά είναι επείγον» φώναξε. Όλες οι χελώνες ήρθαν τρομοκρατημένες . Τότε ο Μάικ άρχισε να διαβάζει το βιβλίο με τους γρίφους . Όλοι έμειναν με ανοιχτό το στόμα  «Μα πώς! Μα πώς!». Τα εύσημα και τα χειροκροτήματα ήταν ασταμάτητα.
Μετά από αυτό κανείς δεν κορόιδεψε το Μάικ, επειδή ήταν διαφορετικός . Ακόμη του έδωσαν κι ένα παρατσούκλι «Μάικ ο Αναγνωστάκης»  κι έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.
Γεράσιμος Κ.

Η πεντάμορφη βασίλισσα
          Μια φορά κι έναν καιρό. Τα πολύ παλιά τα χρόνια, σε ένα τεράστιο και όμορφο παλάτι ζούσε μια πεντάμορφη βασίλισσα η οποία ήταν πολύ ευγενική και γενναιόδωρη με όλο τον κόσμο. Όμως στο παλάτι ζούσε και μια κακιά υπηρέτρια που μισούσε τη βασίλισσα και ήθελε να την ξεφορτωθεί, ώστε να πάρει τη θέση της. Έτσι, λοιπόν, η υπηρέτρια σκέφτηκε πολλά καταχθόνια σχέδια. Τελικά κατέληξε στο πιο φοβερό. Σκέφτηκε να πάρει έναν μαγικό καθρέφτη ο οποίος θα ρουφούσε τη βασίλισσα. Πήρε τον καθρέφτη και τον έβαλε στο δωμάτιο της βασίλισσας. Μόλις εκείνη μπήκε μέσα, κοιτάχτηκε στον καθρέφτη και τη ρούφηξε. Το σχέδιο της υπηρέτριας φάνηκε να πετυχαίνει. Η καλή ψυχή και η καλή καρδιά, όμως της βασίλισσας έσπασαν τον καθρέφτη και ελευθερώθηκε. Η υπηρέτρια απογοητεύτηκε πάρα πολύ. Η βασίλισσα, όμως, την παρηγόρησε, παρόλο που εκείνη προσπάθησε να την ξεφορτωθεί και της είπε πως θα είναι η καλύτερή της φίλη. Τότε η υπηρέτρια ένιωσε κάτι που δεν είχε νιώσει ποτέ. ΧΑΡΑ! Από τότε η βασίλισσα κι η υπηρέτρια έγιναν οι καλύτερες φίλες. Κι έζησαν αυτές καλά κι εμείς καλύτερα
  Γιάννης Κ. 

Ο ΔΕΙΛΟΣ ΒΑΣΙΛΙΑΣ
           Μια φορά κι έναν καιρό σε μια πολύ μακρινή χώρα ζούσε ένα πριγκιπόπουλο. Μια ημέρα ο πατέρας του, του ανακοίνωσε πως θα γινόταν η τελετή, για να πάρει την βασιλεία. Την επόμενη ημέρα της τελετής, ο νέος πλέον βασιλιάς που ήταν πολύ δειλός, ζήτησε από τον πατέρα του να πάει ένα ταξίδι. Ήθελε λέει να σκεφτεί. Έτσι, λοιπόν, πήρε το φτερωτό του άλογο και πήγε… στη ζούγκλα για λίγες μέρες. Περπατούσε με τις ώρες, ώσπου κάποια στιγμή άκουσε έναν περίεργο θόρυβο. Το άλογό του τρόμαξε και πέταξε μακριά. Μετά από λίγα λεπτά εμφανίστηκε μέσα από τα φύλλα ένα μικρό ξωτικό. Ο βασιλιάς έπαψε να σκέφτεται πλέον για το βασίλειο και άρχισε να σκέφτεται τρόπους για να γυρίσει πίσω. Το ξωτικό με νοήματα οδήγησε τον δειλό βασιλιά σε ένα καλυβάκι. Μόλις φτάσανε του άνοιξε η όρεξη. Έψαξε αλλά δεν βρήκε τίποτα για να φάει. Έμεινε στην ζούγκλα για χρόνια μαζί με το ξωτικό. Έμαθε να σφάζει ζώα και να κόβει ξύλα, ώστε να εξασφαλίσει τις ανάγκες του για τροφή και ζεστασιά. Πότε δεν πίστευε πως θα μπορούσε να ζήσει χωρίς τα πλούτη του. Ωστόσο τα κατάφερε. Νόμιζε ότι θα έμενε για πάντα στη ζούγκλα. Μια μέρα όμως όλα ανατράπηκαν. Εκεί που άνοιγε τα ντουλάπια της καλύβας ώστε να βρει χώρο να βάλει το κρέας που είχε σφάξει εκείνη την ημέρα, βρήκε ένα κουτί. Το κουτί έγραφε επάνω: ΚΟΥΤΙ ΜΕ ΖΑΧΑΡΩΤΑ. Ο δειλός βασιλιάς ήταν τόσο χαρούμενος που θα έτρωγε μετά από χρόνια κάποιο γλυκό. Όταν άνοιξε το κουτί απογοητεύτηκε. Αμέσως όμως το χαμόγελο εμφανίστηκε πάλι στα χείλη του. Το περιεχόμενο του ήταν….ένα κινητό τηλέφωνο. Με ένα περίεργο τρόπο το κινητό είχε σήμα μέσα στη ζούγκλα. Πήρε κατευθείαν τηλέφωνο στο παλάτι του και το σήκωσε ο μπάτλερ του. Τότε ο βασιλιάς του είπε να στείλει ανθρώπους να τον πάρουν από τη ζούγκλα. Σε δύο μόλις μέρες ο βασιλιάς βρισκόταν, μετά από χρόνια, στο παλάτι. Αυτό φυσικά συνέβη επειδή δεν τα παράτησε ποτέ και είχε ελπίδες μέχρι το τέλος. Έτσι έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα! 
                                                                                             Κωνσταντίνα Μ.

                                             «Ο φαταούλας σεφ»
     Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας φαταούλας σεφ. Αυτός ο σεφ ήταν έξυπνος, είχε ανεπτυγμένο λεξιλόγιο, ήταν ψηλός και μαγείρευε υπέροχα. Παρόλ’ αυτά είχε ένα μεγάλο ελάττωμα: έτρωγε ακατάπαυστα! Όποιο φαγητό κι αν έφτιαχνε, το έτρωγε (αφού ήταν τόσο νόστιμο)!
     Δυστυχώς, μια μέρα καθώς μαγείρευε στην κουζίνα του εστιατορίου του, που λεγόταν «κουφάλα του δέντρου», ακούστηκε ένα τεράστιο φύσημα. Το φύσημα όλο και δυνάμωνε, δυνάμωνε, ώσπου ξαφνικά ο ένας τοίχος του εστιατορίου κατέρρευσε. Τότε, φάνηκε στον ορίζοντα μια γιγαντιαία ηλεκτρική σκούπα που αναφωνούσε «ρουφάω, ρουφάω»!
   Ο φαταούλας σεφ φοβόταν για τα φαγητά (και όχι για τους πελάτες) του τα οποία πλησίαζε όλο και περισσότερο η ηλεκτρική σκούπα. Οι πιατέλες με τα μακαρόνια αναποδογύρισαν, τα κεφτεδάκια έπεσαν στο πάτωμα, οι σαλάτες γέμισαν λάδια όλη την κουζίνα και τα ταρτάκια εκτινάχτηκαν στα πρόσωπα των πελατών. Ο φαταούλας σεφ μέσα σε δευτερόλεπτα, με επιδέξιες κινήσεις ανέβηκε πάνω στην τεράστια ηλεκτρική σκούπα και πάτησε το κουμπί, για να κλείσει. Έτσι δεν καταστράφηκε περισσότερο το εστιατόριο και δεν χάθηκαν άλλα φαγητά και οι πελάτες.
    Τελικά, ο γίγαντας του διπλανού βασιλείου είχε ξεχάσει να κλείσει την ηλεκτρική σκούπα, η οποία είχε αφηνιάσει.
   Όμως χάρη στο γενναίο και φαταούλα σεφ, «η κουφάλα του δέντρου» (καθώς και όλος ο υπόλοιπος κόσμος) σώθηκε. « Και έζησαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα!!» 
Μάριος Κ.



Σάββατο, 20 Μαΐου 2017

Αγαπητό μου ημερολόγιο...

    Η Αλίκη, η αφηγήτρια από το απόσπασμα "Ταξίδι χωρίς επιστροφή" γράφει στο ημερολόγιό της...        
                                                                        
                                                                                        Αύγουστος 1922
Αγαπητό μου ημερολόγιο,
Σήμερα φτάσαμε στον Πειραιά. Στο βαπόρι δεν έκλεισα τα μάτια μου ούτε στιγμή! Βλέπεις με περιτριγύριζαν σκέψεις. Οι απορίες δεν με άφηναν να κοιμηθώ! Τα συναισθήματα μου ήταν ανάμικτα. Είχα έναν κόμπο στο στομάχι. Η αγωνία, ο φόβος, ο πόνος, η αγανάκτηση και η στενοχώρια είχαν γίνει ένα. Μια ομάδα! Λες και με πολεμούσαν! Πραγματικά αναρωτιέμαι για το μέλλον μου! Τι με περιμένει άραγε; Θα ξαναδώ την μητέρα μου; Μήπως ξέρεις εσύ ;Εγώ δυστυχώς δεν ξέρω! Μόνο ο θεός το ξέρει! Να σε ρωτήσω και κάτι άλλο; Αν ήταν θέλημα θεού….. γιατί να γίνει τέτοια μεγάλη συμφορά; Ήθελα να ήξερα ποιος ευθύνεται για όλα αυτά! Γιατί πάλι όλη αυτή η αναταραχή; Τόσα ερωτήματα και καμία απάντηση. Αυτή φαίνεται ήταν η μοίρα μου. Την μοίρα δεν μπορεί να την αλλάξει κανείς. Σωστά;
Αυτά για σήμερα καλό μου ημερολόγιο!
Δική σου!
Αλίκη
                                                                                    Έλενα Παππά Α΄5


Ελεύθερες δημιουργιες με αφορμή το κείμενο "Ταξίδι χωρίς επιστροφή"

Φωτιάς γεγονότα
Μάτια υγρά χείλη κλειστά
βλέμματα πικρά γεμάτα θλίψη
ατμόσφαιρα με φλόγα γεμάτη

το ίδιο και οι καρδιές γεμάτες φλόγα για την καταστροφή σου Σμύρνη.
Πριν λίγες μέρες ήταν που σε είχα  συντροφιά μου και περπατούσαμε μαζί στους δρόμους σου...
Σμύρνη, φημισμένη με τις γοητευτικές σου συνοικίες που σε διέσχιζα πάντα με το ίδιο συναίσθημα κάτι που μοιάζει σαν φλόγα ναι φλόγα ένιωθα στις βόλτες μου μαζί σου. Τώρα πια εσύ είσαι στις φλόγες τυλιγμένη και όχι εγώ. Είσαι κατεστραμμένη  γεμάτη ουλές και η ομορφιά  σου χάθηκε. Μέσα σε λίγα λεπτά  άφησες  τη φωτιά να σε αγκαλιάσει. Ουρλιαχτά παντού γύρω σου. Η φλόγα αγκάλιασε πολλούς ανθρώπους. Τώρα  πια με κυρίευσε  κι εμένα η φλόγα του αποχαιρετισμού μας με αγκάλιασε  η φλόγα  της ανάμνησής σου και του θανάτου. Άραγε αγκαλιάζει η φλόγα;

Ιωάννα  Χ

Σήμερα γαλάζιος ουρανός
σήμερα άσπρη μέρα
στη Σμύρνη όμως σηκώνεται
η στάχτη στον αέρα

Καπνό γεμίζει ο άνεμος
και αίμα τα ποτάμια
καίγονται τώρα και απ’
τα σπίτια τα καλάμια

Πλοία συνέχεια έφευγαν
με προσφυγές χιλιάδες
αφήνοντας πίσω τους νεκρούς
σφαγμένες τις μανάδες
Ευάνθης Ρ. 

Ταξίδι χωρίς επιστροφή...
Στη Σμύρνη το ΄22
Η Δήμητρα και η οικογένεια της
Επιβιβαστήκανε στο πλοίο
Για να πάνε στην Αθήνα
Και να επισκεπτούν την θεία Ντίνα 
Τη νύχτα αυτή
Τα νεύρα της είχε η θάλασσα
Το πλοίο άρχιζε να βουλιάζει
Και η Δήμητρα να αναστενάζει
Τα μάτια της ανοιγοκλείνει
Και βλέπει την μαμά της να την αφήνει
Να χάνεται ξαφνικά
Και ούτε μια τελευταία αγκαλιά
Της είπε να προσέχει
Και να μην στενοχωρηθεί ποτέ 
Η Δήμητρα τα μάτια της ανοιγοκλείνει
Και βλέπει τον μπαμπά της να την αφήνει
Να χάνεται ξαφνικά
Και ούτε μια τελευταία αγκαλιά
Της είπε να προσέχει
Και να μην στενοχωρηθεί ποτέ
Η Δήμητρα ανοιγόκλεισε τα μάτια της
Και είχε μείνει μόνη της
Χωρίς μαμά
Χωρίς μπαμπά
Ένιωθε μόνη της υπερβολικά
Όμως οι γονείς της από ψηλά την προσέχανε
Και η Δήμητρα τα λογικά της έχανε
Δεν ήξερε τι να κάνει
Άρχισε να τα χάνει
Είχε μείνει μόνη της...
Και το σώμα της στην θάλασσα έπεσε
Ενώ η ψυχή της στον Παράδεισο έφτασε
Έλενα Π.  





Μνήμες από τη Μικρά Ασία

Η γιαγιά της Έφης Τ. θυμάται όσα της είχα διηγηθεί για τη Μικρά Ασία και η Έφη μας τα παρουσιάζει με τον δικό της τρόπο

Μνήμες από τη Μικρά Ασία
Πολλοί ως λεγόμενοι Τουρκοσπορίτες είναι Έλληνες μετανάστες που έφυγαν από την Πόλη λόγω πολιορκίας. Οι περισσότεροι από αυτούς ζουν γύρω μας, ανάμεσα μας. Όλοι είναι Έλληνες αλλά με διαφορετικές συνήθειες. Οι παιδικές ιστορίες των γιαγιάδων μας μένουν πάντα αξέχαστες… ιστορίες από τα παιδικά τους χρόνια και από την δύσκολη ζωή τους. Μόνο ότι η ιστορία της δικής μου γιαγιάς είναι λίγο ξεχωριστή…

Από μικρό κορίτσι έμενε στoν συνοικισμό. Είχε δυο ακόμα αδερφές και οι γονείς της προερχόντουσαν από πολύ εύπορη οικογένεια, ζούσαν πλουσιοπάροχα στη Σμύρνη και ευτυχισμένα. Είχαν τις συνήθειες και την κουλτούρα της Πόλης, ήταν γνήσιοι Μικρασιάτες. Έφτιαχναν ιδιαίτερα φαγητά που φτιάχνουμε ακόμα και τώρα, όπως γκιουσλεμέδες, τουρλού και πολλά σμυρνέικα γλυκά, όπως  μουτζαχητ Ντουκιατζή. Μαγείρευαν με πολλά μπαχαρικά και προτιμούσαν τις έντονες γεύσεις στα φαγητά τους. Οι γονείς τους ήταν αυστηροί αλλά πολύ καλοί άνθρωποι. Μιλούσαν τούρκικα μέσα στο σπίτι, όταν ήθελαν να μην τους καταλαβαίνουν τα παιδιά. Στα παιδιά μιλούσαν ελληνικά.
 Όλα αυτά όμως άλλαξαν, όταν έγινε η άλωση της Σμύρνης το 1922. Έπρεπε να ξεχάσουν όλα όσα ήξεραν και να έρθουν σε έναν ξένο τόπο και να ζήσουν την υπόλοιπη ζωή τους. Όλοι ήταν αισιόδοξοι μέχρι που ήρθαν αντιμέτωποι με τον ρατσισμό. Οι Έλληνες δεν υποδέχτηκαν τους Μικρασιάτες με ανοιχτές τις αγκάλες τους αλλά αντιθέτως δεν τους ήθελαν και τους έλεγαν Τουρκοσπορίτες. Για να μην μπλεχτούν με τους ντόπιους Έλληνες κάποια συγκεκριμένα τμήματα σε κάποιες πόλεις περιορίστηκαν για αυτούς και ονομάστηκαν συνοικισμοί. Ένας από αυτούς είναι στο Ρέντη. Η οικογένεια της γιαγιάς μου μετανάστευσε εκεί και πλέον χωρίς χρήματα και δουλειά έπρεπε να αντιμετωπίσουν την δύσκολη ζωή που τους περίμενε.
Η γιαγιά μου άρχισε το σχολείο στο Ρέντη αλλά στο γυμνάσιο σταμάτησε γιατί της απαγόρευσε την εκπαίδευση ο θείος της λέγοντας της ότι είναι ανούσια και την πήρε να δουλέψει στο εργοστάσιο του. Μετά από χρόνια ως και τώρα κρατάμε τις συνήθειες που είχαν οι παππούδες μου, ο παππούς μου γνήσιος μετανάστης από την Καπαδοκία της Μικράς Ασίας και η γιαγιά μου από την Σμύρνη.

Ο καθένας με την δική του ξεχωριστή ιστορία και τις δικές του αναμνήσεις...
                                                                                                            Έφη Τ.  Α΄5

Δευτέρα, 27 Μαρτίου 2017

Η συνάντηση του Βάνκα και του Κωνσταντή

Ένα πρωί το αφεντικό του Βάνκα τον έστειλε να αγοράσει υλικά για το τσαγκαράδικο. Ο Κωνσταντής όπως κάθε μέρα  ζητιάνευε στο δρόμο καθισμένος σε ένα παγκάκι κρατώντας ένα ποτήρι για τα χρήματα που θα μάζευε. Καθώς ο Βάνκας έτρεχε να προλάβει μην κλείσει το μαγαζί ανοιχτό έγινε η συνάντηση.
Κωνσταντής: Ε! Πρόσεχε λίγο έτσι όπως τρέχεις μου έριξες κάτω  τα χρήματα!
Βάνκας: Συγγνώμη πρέπει να προλάβω μην κλείσει ένα μαγαζί Γιατί αν κλείσει χάθηκα!
Κωνσταντής: Περίμενε λίγο! Κάθισε μαζί μου να μου κάνεις παρέα !Όλη την ημέρα είμαι μόνος μου!
Βάνκας: Σε καταλαβαίνω κι εγώ όλη την ημέρα είμαι κλεισμένος στο τσαγκαράδικο του αφεντικού μου χωρίς κανένα φίλο. Πώς σε λένε;
Κωνσταντής: Με λένε  Κωνσταντή  .Εσένα;
Βάνκας: Βάνκα
Κωνσταντής: Γιατί είσαι μόνος σου  Βάνκα;
Βάνκας: Οι γονείς μου έχουν πεθάνει και δουλεύω σε ένα  τσαγκαράδικο, για να μπορέσω να ζήσω. Αν και το αφεντικό μου μού δίνει  ελάχιστο φαγητό. Και τώρα αν αργήσω και δεν προλάβω το μαγαζί πάλι θα μείνω νηστικός το βράδυ!
Κωνσταντής: Δεν έκανες καμία προσπάθεια να βρεις τους άλλους συγγενείς  σου; 

Βάνκας: Έστειλα ένα γράμμα στον παππού μου στο χωριό αλλά μάταια! Κανείς  δεν ενδιαφέρεται για εμένα! Εσύ, γιατί είσαι μόνος σου μες στο δρόμο και ζητιανεύεις;
Κωνσταντής: Οι γονείς μου είναι στην Αλβανία. Τους έχουν διώξει από εδώ. Όταν έφυγαν κανείς δεν ενδιαφέρθηκε για εμένα και από εκείνη τη μέρα ζητάω έλεος από τους ανθρώπους χωρίς καμία ανταπόκριση. Μόνο η κυρία Δέσποινα  μου έδωσε λίγο φαγητό και κάποια ρούχα. Αλλά μια μέρα με έδιωξε από το σπίτι! Εγώ φταίω όμως δεν έπρεπε να δανειστώ λεφτά χωρίς να τη ρωτήσω! Μόλις με είδε  να τα παίρνω με πέταξε έξω από το σπίτι !
Βάνκας: Και εγώ έχω  υποστεί τις ίδιες δυσκολίες στη ζωή μου! Όλες οι αναμνήσεις μου είναι γεμάτες βία και πόνο!
Κωνσταντής: Μπορούμε να γίνουμε φίλοι και να συναντιόμαστε εδώ κάθε μέρα  Έτσι ώστε να μην νιώθουμε μοναξιά!
Βάνκας: Συμφωνώ! Θα συνεχίσουμε τις προσπάθειες να σωθούμε και όταν κάποιος τα καταφέρει θα έρθει να βοηθήσει και τον άλλο! Τώρα θα πρέπει να φύγω πριν θυμώσει  το αφεντικό μου! Γ εια σου Κωνσταντή!
Κωνσταντής: Γεια σου Βάνκα θα τα ξαναπούμε!

                                                                                                         Ιωάννα Χ.  Α΄5


Κάποια στιγμή ο Αλιάχιν πήρε την απόφαση να διώξει τον Βάνκα από το τσαγκαράδικο. Ρούχα δεν του έδωσε, ούτε και τον τάισε πριν φύγει. Ο Βάνκας τριγυρνούσε ξυπόλητος στο χιόνι, προσπαθώντας να βρει κάποιον περαστικό, για να τον ρωτήσει μήπως γνώριζε που βρισκόταν το χωριό του. Ο τόπος έρημος, δεν πατούσε ψυχή. Ομίχλη παντού. Μέσα σε αυτήν κατάφερε να διακρίνει μια σκιά. Πλησίασε προς το μέρος της σκιάς για να αντικρίσει το άτομο που ίσως τον βοηθούσε να φτάσει στο χωριό του. Έφτασε πιο κοντά και διέκρινε όλα τα χαρακτηριστικά του! Δεν μπορούσε να ήταν αλήθεια! Θα έπρεπε να έβλεπε όνειρο! Έτριψε τα μάτια του, μα δεν άλλαξε κάτι. Ο ξάδερφός του ζούσε στην Αλβανία, όμως είχε γίνει θαύμα! Ο Βάνκας αγκάλιασε τον Κωσταντή. Μια ξεχασμένη μυρωδιά τον τριγύριζε.
-Βάνκας: Μυρίζεις ό,τι μυρίζω και εγώ;  
-Κων/ντής: Ναι όμως μην ανησυχείς. Αυτή η οσμή       προέρχεται από τα μαλλιά μου.
-Βάνκας: Και πώς μυρίζουν τόσο ωραία; 

-Κων/ντής: Μεγάλη ιστορία! Μια μέρα, καθώς μετρούσα την είσπραξη της ημέρας, μια ηλικιωμένη κυρία, μου άνοιξε πρόθυμα την πόρτα του σπιτιού της,  ώστε να προφυλαχτώ από την βροχή. Με τάισε με όλα τα καλούδια και αφού μπανιαρίστηκα έπεσα για ύπνο. Τι πολυτέλειες διαθέτουν μερικοί άνθρωποι! Αφού έμεινα τρεις-τέσσερις μέρες στο παλατάκι της κυρίας Δέσποινας μου πρότεινε να με αναλάβει η οικογένεια του φίλου του Αντωνάκη, του εγγονού της, που ζει στη Μόσχα. Έτσι λοιπόν μου έδωσε ένα εισιτήριο, ώστε να φτάσω εδώ και ήρθα.
-Βάνκας: Με τι ταξίδεψες;
-Κων/ντής: Με αεροπλάνο. Πρώτη φορά ταξίδεψα με αυτό.
Ακολούθησε ένα λεπτό ησυχίας και έπειτα η συζήτηση ξανάρχισε.
Κων/ντής: Θα μου κάνεις μια χάρη;
-Βάνκας: Ναι.
Κων/ντής: Θα έρθεις να μείνεις μαζί μου στο καινούριο σπίτι; Μου έχεις λείψει τόσο.
Το χαμόγελο του Βάνκα σβήστηκε.
-Βάνκας: Η αλήθεια είναι πως η Μόσχα δεν συγκρίνεται με το χωριό. Έχει πολλές πολυτέλειες αλλά εγώ προτιμώ την απλότητα του χωριού και την φροντίδα του παππού.
Ο Κων/ντής νευρίασε. Επί ένα τέταρτο κοιταζόντουσαν. Δεν ξαναμίλησαν. Μόνο αγκαλιάστηκαν. Ο Βάνκας αποχαιρέτησε τον Κων/ντή ξέροντας πως το αντίο αυτό θα ήταν οριστικό. Ο καθένας πήρε τον δρόμο του. Και από τότε δεν συναντήθηκαν ποτέ ξανά.
                                                                                                    Έλενα Παππά        Α΄5

Ένα διαφορετικό τέλος για τον Βάνκα...

    Γρήγορα-γρήγορα ο Βάνκας έτρεξε στο κοντινότερο κουτί, για να περάσει το πολύτιμό του μήνυμα από τη χαραμάδα. Μαζί του πήρε και ένα γράμμα του Αλιάχιν. Το γράμμα αυτό προοριζόταν για κάποιον συγγενή του. Ο Βάνκας, παρόλη την περιέργειά του, δεν το άνοιξε. Καθώς έτρεχε προς το κουτί, προσπαθούσε να φορέσει ένα λεπτό ζακετάκι, διότι έκανε κρύο, τσουχτερό κρύο. Όμως ήταν ακατόρθωτο να φορέσει το ζακετάκι κρατώντας δύο γράμματα στο ένα του χέρι. Ξαφνικά το γράμμα του Αλιάχιν γλιστρά από το χεράκι του εννιάχρονου παιδιού και προσγειώνεται σε μια λακκούβα γεμάτη λάσπη. Ο Βάνκας σάστισε!

    Τι να κάνει δεν ήξερε! Δίχως σκέψη βούτηξε την παλάμη του στη λακκούβα, ενώ ταυτόχρονα προσπαθούσε να βρει μια δικαιολογία η οποία θα τον έσωζε από τα χτυπήματα του αφεντικού του. Ο Βάνκας απελπισμένος έπιασε το μουσκεμένο γράμμα και το έβαλε στην τσέπη του. Έριξε το μήνυμα που πίστευε πως ήταν η μοναδική του ελπίδα σωτηρίας και τρέχοντας έφτασε στην εξώπορτα του τσαγκαράδικου. Ο Βάνκας μπήκε μέσα και έκανε τον ανήξερο. Ο Αλιάχιν τον ρώτησε αν έστειλε το γράμμα. Απάντηση δεν πήρε. Το ύφος του έγινε ακόμα πιο σοβαρό και αυστηρό. Ο Βάνκας αποφάσισε να του πει την αλήθεια. Εξοργισμένος ο Αλιάχιν τον άφησε  ηστικό για τρείς ολόκληρες μέρες. Ο Βάνκας δεν άντεξε. Το φαγητό το έβλεπε μόνο στα όνειρα του και βλέποντας ένα από αυτά ....... άφησε και την στερνή του την πνοή. 

                                                                                                          Έλενα Παππά Α΄5
    

Μόλις ο Βάνκας πέταξε το γράμμα μέσα στο κουτί, θυμήθηκε ότι κάτι είχε ξεχάσει να γράψει. Ο Βάνκας πλησίασε τον Κύριο Σέρχιο Αραούχο, ο οποίος είχε τα κλειδιά για το κουτί και τον παρακάλεσε να το ανοίξει για να διορθώσει το γράμμα. Μόλις ο Κύριος Σέρχιο ανοίγει το κουτί, είδαν πως δεν υπήρχε κανένα γράμμα και έτσι απόρησαν. Μια κυρία που καθόταν στην στάση του λεωφορείου, η οποία ήταν απέναντι από το γραμματοκιβώτιο τούς είπε πως μόλις ο Βάνκας πήγε να ζητήσει τα κλειδιά, ένα φορτηγό μάζεψε όλα τα γράμματα για να τα δώσει στους παραλήπτες.

    Ο Βάνκας προσπάθησε να τρέξει όσο πιο γρήγορα γινόταν, για να προλάβει το φορτηγό αλλά ήταν εξαντλημένος από τη συνεχή δουλειά. Ο Βάνκας πίστεψε πως όλες οι  ελπίδες του χάθηκαν και θα ήταν αναγκασμένος να ζει στη Μόσχα μέχρι να πεθάνει αλλά ο άνθρωπος που οδηγούσε το φορτηγό γνώριζε τον κύριο Κωνσταντή Μακάριτς και πήγε ως το χωριό που ζούσε για να του παραδώσει το γράμμα. Την άλλη μέρα ο παππούς εμφανίστηκε ξαφνικά μπροστά στον Βανκα την ώρα που εργαζόταν και τον πήρε στο χωριό.
                                                                            Εντι Σαντσες (Α5)

Τετάρτη, 15 Φεβρουαρίου 2017

Γράμματα στους ήρωες και τις ηρωίδες...της λευκής απεργίας των ροζ φλαμίνγκο

Τα πρώτα γράμματα ( μπορεί βέβαια να είναι και email) προς τους ήρωες και τις ηρωίδες της λευκής απεργίας τον ροζ φλαμίνγκο. Σύντομα περιμέω και τα υπόλοιπα...


14/2/2017
Αγαπητοί Λίντσευ  και  Πωλ,
σας στέλνω αυτή  την επιστολή για να σας εκφράσω το θαυμασμό μου για σας που καταφέρατε να εξιχνιάσετε με επιτυχία το οικολογικό μυστήριο  της πόλης  Καμάργκ  της Γαλλίας.
        Μέσα από αυτά που διάβασα στο βιβλίο  κατάλαβα πως η αποστολή  σας ήταν αρκετά δύσκολη, καθώς έπρεπε να φερθείτε με μεγάλη   προσοχή  για να τα καταφέρατε. Αποδείξατε ότι με τη συνεργασία  και τη σκληρή  δουλειά  τίποτα δεν είναι ακατόρθωτο. Αντιμετωπίσατε πολλές δυσκολίες  αλλά  στο τέλος καταφέρατε  να φέρεται πίσω τα φλαμίνγκο  και την ευτυχία στην Καμάργκ. Μάθατε  στον Σαλτ και στον Ρισέ,  οι οποίοι  κοιτούσαν  μόνο το συμφέρον  τους και τη δόξα, ότι η απληστία  μπορεί να  προκαλέσει  μεγάλη  αναστάτωση. Φέρατε πάλι την ισορροπία  στην πόλη  καθώς αντιμετωπίσατε  τους εξοργισμένους εργάτες, τις επιθέσεις των ζώων, τους δημοσιογράφους  και το κλείσιμο  των αλυκών. Εσείς είστε  η αιτία που η Καμάργκ  έγινε  πάλι όπως πριν και που  φέρατε πάλι την ισορροπία  της τροφικής αλυσίδας. Ελπίζω  να συνεχίσετε τις αποστολές και να σώσετε και  άλλα  καταστροφικά, οικολογικά  προβλήματα.
Με θαυμασμό

Ιωάννα Χ



15/2/17

Κύριοι Σάλτ και Ρισέ,
Το να κτίσετε ξενοδοχείο στην Καμάργκ ήταν πολύ καλή κίνηση, διότι ο τουρισμός θα ανέβαινε, όπως και τα έσοδα της πόλης. Το να προσλάβετε όσους αφήσατε άνεργους από τις αλυκές θα
ήταν επίσης καλό αν δεν σκοπεύατε να εκθρονίσετε τον κύριο Μορίς από τη θέση του δημάρχου και αργότερα να τους απολύσετε. Από ότι φαίνεται θεωρείτε τους εαυτούς σας κυρίαρχους του τόπου μιας και δεν νοιάζεστε για τους κατοίκους της Καμάργκ που δουλεύουν για εσάς και  και ακόμη δε νοιάζεστε για την κοινωνικότητα των παιδιών σας. Αλλάξατε περιβάλλον στους εργάτες που δεν έμειναν άνεργοι εξ’ αιτίας σας  και τους θεωρείτε απλώς ένα μέσο με τα οποίο κερδίζετε χρήματα. Το να συνεργαστείτε με μια παράνομη επιχείρηση το θεωρώ ανήθικο, όπως και το να χτυπηθείτε για μια συμφωνία ύπουλη και δόλια.

Ντροπή και αίσχος, σας χαιρετώ,
Ευάνθης Ρ.


Υ.Γ. Εύχομαι να σας κάψει στην κόλαση ο Πουτ.


15/2/17

Αγαπητοί πολίτες της Καμάργκ,
θέλω να σας πω πως απογοητεύτηκα από τη συμπεριφορά σας απέναντι στη φύση. Μπορεί  να μην είναι όλη η ευθύνη δική σας αλλά στην πραγματικότητα όλοι σας  συμβάλλατε σε αυτή την οικολογική καταστροφή.

Ξέρω πως το μεγαλύτερο μερίδιο ευθύνης το έχουν ο Σάλτ και ο Ρισέ, οι δύο πιο πλούσιοι κάτοικοι της πόλης ,επειδή κατάστρεψαν την πόλη για την εξουσία, τη δόξα και τα χρήματα . Ευτυχώς όμως τιμωρήθηκαν για τις πράξεις τους. Θέλω επίσης να προσθέσω πως τα προβλήματα που είχατε μπορούσατε να το αντιμετωπίσετε εσείς και ο Δήμαρχος της Καμάργκ χωρίς την επέμβαση του στρατού. Τέλος, θα σας παρακαλούσα την επόμενη φορά που θα ξανά διαβάσω για την πόλη σας, αν μου δοθεί η ευκαιρία θα ήθελα να έχει παραμείνει όμορφη, περιποιημένη και γραφική.
Με εκτίμηση,
Μαριλενα Σαρανταενα Α'5


16/2/17

Αγαπητοί Σάλτ και Ρισέ,
Διαβάζοντας το βιβλίο «Η λευκή απεργία των ρόζ φλαμίνγκο», στο οποίο παίζετε σημαντικό ρόλο, δεν μπόρεσα να σας χαρακτηρίσω σοβαρούς και υπεύθυνους, διότι έχετε δύο ελαττώματα. Εκμεταλλεύεστε τους πολίτες για το δικό σας συμφέρον  και ψεύδεστε. Ποιος σας είπε ότι δεν μπορείτε να πάτε μπροστά χωρίς την εκμετάλλευση πολιτών; Ο δρόμος που έχετε διαλέξει μπορεί να είναι ο ευκολότερος αλλά ταυτόχρονα μπορεί να κάνετε περισσότερους ανθρώπους να σας μισήσουν. Επίσης όλοι οι κάτοικοι της Καμάργκ δεν πλησιάζουν τα κτήματά σας επειδή έχετε διαδώσει μια φήμη ότι η μάγισσα ζει στο μέρος όπου τα κτήματα συναντιούνται. Το γεγονός αυτό σας βολεύει διότι δεν δημιουργούνται προβλήματα ανάμεσα σε εσάς και τις οικογένειές σας.

Σε περίπτωση που προσπαθήσετε να αλλάξετε τη συμπεριφορά σας προς τους πολίτες ίσως και αλλάξω γνώμη για σας.
                              
                                                                                                                                                                                 Έλενα Παππά Α΄5

Κυριακή, 12 Φεβρουαρίου 2017

Βιβλιοπαρουσιάσεις μαθητών/ριων: Η λευκή απεργία των ροζ φλαμίνγκο

Μαθήτριες/ες του Α΄5 μού έστειλαν τις βιβλιοπαρουσιάσεις του δεύτερου λογοτεχνικού βιβλίου που διάβασαν.
Τίτλος:  η λευκή απεργία των ροζ  φλαμίνγκο
Συγγραφέας: Βασίλης Παπαθεοδώρου 
Εικονογράφηση: Πέτρος Μπουλουμπάσης   
 Εκδόσεις Καστανιώτη 
Έτος έκδοσης: 2014
Αριθμός σελίδων: 190
Στο βιβλίο «Η λευκή απεργία των ρόζ φλαμίνγκο» ο Πώλ και η Λίντσεϋ εργάζονται σε ένα διεθνές ερευνητικό κέντρο περιβαλλοντικών αλλαγών και η νέα τους αποστολή είναι να εξιχνιάσουν ένα μυστήριο. Γι’ αυτόν τον λόγο πηγαίνουν στο «Καμάρι της Καμάργκ», ένα ξενοδοχείο στο οποίο θα βιώσουν απρόβλεπτα γεγονότα ,όπως εισβολές κουνουπιών και βατράχων. Ταυτόχρονα τα φλαμίνγκο μεταναστεύουν σε άλλες πόλεις λόγω του κλεισίματος των αλυκών και με αυτό τον τρόπο, σιγά-σιγά καταστρέφεται η ισορροπία του οικοσυστήματος. Την ίδια στιγμή η πόλη περικυκλώνεται από τη παρουσία αρουραίων, φιδιών αλλά και από νυχτερίδες, αετούς και γεράκια. Κατά τη διάρκεια αυτών των περιστατικών, συμβαίνουν και άλλα γεγονότα που αξίζει να διαβάσεις. Κατά τη γνώμη μου ο συγγραφέας έχει χρησιμοποιήσει ένα τρόπο γραφής, που σε κάνει να ταξιδέψεις στον τόπο και στον χρόνο που γίνονται τα γεγονότα. Πιστεύω πως το βιβλίο αυτό αφήνει περισσότερες θετικές παρά αρνητικές εντυπώσεις και απόψεις παρόλο που στην αρχή φαίνεται λίγο βαρετό. Επίσης, κάτι ακόμη που μου κίνησε το ενδιαφέρον είναι η ομοιότητα της αρχής και του τέλους του μυθιστορήματος. Ένα βιβλίο που θα σου κρατήσει συντροφιά και θα σε κάνει να το λατρέψεις!

                                                                                                      Έλενα Παππά  Α’5

Τίτλος:  η λευκή απεργία των ροζ  φλαμίνγκο
Συγγραφέας: Βασίλης Παπαθεοδώρου 
Εικονογράφηση: Πέτρος Μπουλουμπάσης
Εκδόσεις Καστανιώτη 
Έτος έκδοσης: 2014
Αριθμός σελίδων: 190
Στο βιβλίο  η λευκή  απεργία των ροζ φλαμίνγκο περιγράφεται η συναρπαστική  και γεμάτη αγωνία  περιπέτεια  δύο επιστημόνων της Λίντσευ και του Πωλ με τον κίνδυνο  να κλονιστεί η ισορροπία στο φυσικό  περιβάλλον  της περιοχής. Το βιβλίο  πρωτοεκδόθηκε το 2014. Ο συγγραφέας  βασίζει την ιστορία του σε πραγματικό  γεγονός που έγινε  στη Γαλλία το 2007.

      Οι ήρωες  είναι  ο Λίντσευ  και  ο Πωλ δύο συνεργάτες που αναλαμβάνουν να λύσουν  το οικολογικό  μυστήριο  της Καμάργκ. Οι άνθρωποι  ζούσαν αρμονικά  εκεί  μέχρι  που το κλείσιμο  των αλυκών θα προκαλέσει  τη μετανάστευση  των  φλαμίνγκο  και τη διαταραχή της τροφικής αλυσίδας. Οι εργάτες απεργούν και τα φλαμίνγκο  απεργούν  και  αυτά. Μια σειρά  από καταστροφές περιτριγυρίζουν την περιοχή της Καμάργκ  προκαλώντας πολλά  προβλήματα. 
        Ο συγγραφέας  μας μαθαίνει  πως η απληστία, η εχθρότητα, ο φόβος   για το διαφορετικό και τα αλληλοσυγκρουόμενα συμφέροντα  προκαλούν καταστροφικά προβλήματα. Με αυτό τον τρόπο καταλαβαίνουμε ότι για να ζούμε  αρμονικά  θα πρέπει  να συνειδητοποιήσουμε  τη σχέση  αλληλεξάρτησης  ανθρώπου  και  φύσης. 
       Θα χαρακτήριζα τον λόγο  του συγγραφέα  άμεσο και κινηματογραφικό καθώς με την πολύ λεπτομερή  περιγραφή  των γεγονότων  μας δίνει  την αίσθηση  ότι  τα γεγονότα  διαδραματίζονται  μπροστά  μας. Ακόμη καταφέρνει  να περάσει τα συναισθήματα των ηρώων του στους αναγνώστες. Τα πολλά  επίθετα που χρησιμοποιεί  κάνουν  το κείμενο  πιο ζωντανό και μας κάνουν  να γνωρίζουμε  καλύτερα  το βιβλίο, τους ήρωες  και  τα προβλήματα της Καμάργκ. 
     Θα πρότεινα  σίγουρα να το διαβάσετε!
                                                                                                   Ιωάννα Χ   Α 5


Τίτλος:  η λευκή απεργία των ροζ  φλαμίνγκο
Συγγραφέας: Βασίλης Παπαθεοδώρου 
Εικονογράφηση: Πέτρος Μπουλουμπάσης
Εκδόσεις Καστανιώτη 
Έτος έκδοσης: 2014
Αριθμός σελίδων: 190
 Η "Λευκή απεργία των ροζ Φλαμιγκο" ειναι ένα εξαιρετικό βιβλίο με πολλά οικολογικά μηνύματα αλλά και μαθήματα. Ανθρώπινα λάθη και πάθη. Η οικονομική και περιβαλλοντική κρίση είναι το κύριο θέμα στο οποίο ο συγγραφέας μας διηγείται την κατάσταση στην πόλη της Καμαργκ. Επίσης με εντυπωσίασε η ζωγραφιά που είχε στο εξώφυλλο επειδή ήταν μυστηριώδες και λεπτομερής.
                                                                                      Εντι Σάντσες (Α5)


Τίτλος:  η λευκή απεργία των ροζ  φλαμίνγκο
Συγγραφέας: Βασίλης Παπαθεοδώρου 
Εικονογράφηση: Πέτρος Μπουλουμπάσης
Εκδόσεις Καστανιώτη 
Έτος έκδοσης: 2014
Αριθμός σελίδων: 190

Το βιβλίο "η λευκή απεργία των ροζ Φλαμινγκο " είναι ένα πολύ  περιπετειώδες βιβλίο με κυριότερους πρωταγωνιστές τη Λιντσεϊ και τον Πωλ, δύο επιστήμονες που ασχολούνται με περιβαλλοντικά φαινόμενα. Σε αυτό το βιβλίο  παρατηρούμε ότι απολύθηκαν  πολλοί εργάτες που δούλευαν στους ορυζώνες με αποτέλεσμα η τροφική αλυσίδα να επηρεαστεί προκαλώντας συνεχείς καταστροφές. Τα Φλαμίνγκο τότε αποφάσισαν να κάνουν "απεργία" και να φύγουν από την πόλη. Εκτός από αυτό, οι πολίτες της Καμάργκ  είχαν να αντιμετωπίσουν και την ύπαρξη παρά πολλών ερπετών, ζώων και αμφίβιων. Οι πολίτες της Καμάργκ δεν μπορούσαν να ζήσουν σε αυτό το περιβάλλον. Μετά από αυτό ήρθαν και στρατιώτες που απαγόρευσαν στους πολίτες να ζουν φυσιολογικά. Ακολουθούν πολλές περιπέτειες που αξίζει να διαβάσετε στις σελίδες του βιβλίου. Πρόκειται για ένα περιπετειώδες βιβλίο με μυστήριο. Προτείνω να διαβαστεί απ’ όλες τις ηλικίες.

                                                                                                                        Μάριος Π.  Α΄ 5



          

Τετάρτη, 18 Ιανουαρίου 2017

Συνέντευξη με έναν λογοτεχνικό ήρωα...

Οι μαθητές/ριες του Γ' 2 συναντούν τον Θανάση από το βιβλίο "Στη διαπασών" και συζητούν μαζί του...

-Γεια σου, Θανάση! Διαβάσαμε για σένα στο βιβλίο του Β. Παπαθεοδώρου «Στη διαπασών» και θέλαμε πολύ να σε συναντήσουμε και να μιλήσουμε μαζί σου... Θανάση, γιατί δε σου αρέσει το σχολείο;

Πιστεύω ότι το σχολείο είναι βαρετό. Σε ποιον αρέσει το σχολείο; Όποιον και να ρωτήσεις όχι θα σου πει. Με εμποδίζει να ζήσω την καθημερινότητά μου. Είναι φυλακή για μένα.
-Γιατί μισείς τους καθηγητές και τους συμμαθητές σου;
Τους καθηγητές είναι λογικό να τους μισώ, αφού με έχουν αφήσει δύο χρόνια στην ίδια τάξη. Οι συμμαθητές μου μού είναι αδιάφοροι. Είναι εντελώς διαφορετικοί από μένα και ανώριμοι. Όλοι τους εκεί μέσα μου τη δίνουν.
-Ποιες είναι οι ασχολίες σου;
Οι μόνες ασχολίες που είχα από μικρός ήταν ο δρόμος κι η μουσική. Α! μου αρέσει και το ποδόσφαιρο. Και τώρα θα πάρουμε τα σώβρακα από τους Βούλγαρους. Καταλαβαίνεις σε ποια ομάδα αναφέρομαι...
-Από πότε είσαι Ολυμπιακός;
ΑΠΟ ΤΟΤΕ ΠΟΥ ΓΕΝΝΗΘΗΚΑΑΑ! Μου αρέσει να πηγαίνω στο γήπεδο, γιατί εκεί πραγματικά εκτονώνομαι.
-Πιστεύεις ότι οι παρέες σου σε είχαν επηρεάσει αρνητικά;
Ναι, αλλά δεν τους κρατώ κακία.
-Είναι αλήθεια ότι λατρεύεις τη μουσική;
Ναι, η μουσική με εκφράζει. Είναι η ζωή μου, Περισσότερο μ’ αρέσουν τα ροκ κομμάτια, διότι ταυτίζομαι με αυτά. Μου αρέσει να ακούω τη μουσική δυνατά, στη διαπασών! Τρελαίνομαι! Η μουσική για μένα είναι ένας τρόπος να ξεφεύγω από την πραγματική ζωή και τα προβλήματά μου
-Γιατί συμπεριφέρθηκε με τέτοιο τρόπο στη Λουΐζα;

Κοίτα, δεν ήθελα να συμπεριφερθώ έτσι. Απλά δεν ήξερα πώς να διαχειριστώ αυτά που αισθανόμουν γι’ αυτή. Σκεφτόμουν ότι της άξιζε κάποιος καλύτερος από μένα. Όσο και να με πληγώνει αυτό που λέω...
-Είναι αλήθεια ότι είσαι ερωτευμένος με τη Λουΐζα;
Είμαι ή δεν είμαι εσένα τι σε νοιάζει; Τέλος πάντων... ναι είμαι!
-Έχεις ξανανιώσει έτσι για άλλη κοπέλα;
Όχι, δεν έχω ξανανιώσει έτσι. Η Λουΐζα είναι η μόνη κοπέλα που με έχει κάνει να την ερωτευτώ τόσο πολύ.
-Θα ήθελες να συναντήσεις τον πραγματικό σου πατέρα και από εδώ και πέρα να μένετε μαζί;
Θα ήθελα πολύ να τον γνωρίσω. Δε θα ήθελα να ξαναδώ ποτέ τον Τάκη
-Αν μπορούσες να αλλάξεις κάτι από τη ζωή σου τι θα ήταν αυτό;
Να σου πω την αλήθεια, δεν θα ήθελα να αλλάξω τίποτα, γιατί από αυτά που έγιναν έμαθα πολλά. Ίσως, βέβαια, θα ήθελα να μην έχω στενοχωρήσει τη μητέρα μου και κάποιους ανθρώπους που πραγματικά αξίζουν. Καθημερινά με τη μητέρα μου είχαμε πολλές κόντρες, καθώς είχαμε διαφορετικές απόψεις για τη ζωή. Είναι, όμως, το πιο σημαντικό κομμάτι της ζωής μου...
-Ποιο ρόλο έχουν στη ζωή σου όλες αυτές οι εμπειρίες;
Με έχουν κάνει καλύτερο άνθρωπο και πιστεύω ότι κάποιοι άνθρωποι μπορούν να αλλάξουν τους άλλους.
-Τι σε έκανε να αλλάξεις;
Ο θάνατος του πιο αγαπημένου μου προσώπου...
-Ναι, το μάθαμε... Συλλυπητήρια... Σε ευχαριστούμε, Θανάση, που δέχτηκες να μιλήσεις μαζί μας!